Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Geheimnis
01
μυστικό, μυστήριο
Etwas, das man nicht allen erzählt oder verborgen bleibt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Geheimnisses
πληθυντικός τύπος
Geheimnisse
Παραδείγματα
Er konnte das Geheimnis nicht länger verbergen.
Δεν μπορούσε πλέον να κρύψει το μυστικό.



























