fälschen

Ορισμός και σημασία του "fälschen"στα γερμανικά

fälschen
01

παραποιώ, πλαστογραφώ

Etwas unecht machen, um zu täuschen
fälschen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fälsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
fälscht
ενεστώτα μετοχή
fälschend
απλός αόριστος
fälschte
παθητική μετοχή
gefälscht
Παραδείγματα
Der Pass war klar gefälscht.
Το διαβατήριο ήταν σαφώς πλαστό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store