Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erwidern
01
απαντώ, αντιτίθεμαι
Eine Antwort auf eine Frage, Bemerkung oder Kritik geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erwidere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erwidert
ενεστώτα μετοχή
erwidernd
απλός αόριστος
erwiderte
παθητική μετοχή
erwidert
Παραδείγματα
" Nein! ", erwiderte sie energisch.
"Όχι!", απάντησε ενεργητικά.



























