Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Erzeuger
[gender: masculine]
01
παραγωγός, κατασκευαστής
Eine Person, Firma oder Maschine, die etwas herstellt oder produziert
Παραδείγματα
Die Erzeuger von Öko-Produkten erhalten Subventionen.
Οι παραγωγοί των οικολογικών προϊόντων λαμβάνουν επιδοτήσεις.
02
βιολογικός πατέρας, πατέρας
Der biologische Vater eines Kindes
Παραδείγματα
Der Erzeuger des Kindes hat keinerlei Kontakt zu ihm.
Ο βιολογικός πατέρας του παιδιού δεν έχει καμία επαφή μαζί του.


























