Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Erzähler
[gender: masculine]
01
αφηγητής, διηγητής
Eine Person oder Stimme, die eine Geschichte erzählt
Παραδείγματα
Der Erzähler führt die Zuhörer durch die ganze Geschichte.
Ο αφηγητής καθοδηγεί τους ακροατές σε όλη την ιστορία.


























