eröffnen
eröffnen
ʔɛɐ̯ʔœfn
eoefn

Ορισμός και σημασία του "eröffnen"στα γερμανικά

eröffnen
01

ξεκινώ, ανοίγω

Etwas Neues beginnen oder zugänglich machen 
eröffnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
eröffne
γ΄ ενικό πρόσωπο
eröffnet
ενεστώτα μετοχή
eröffnend
απλός αόριστος
eröffnete
παθητική μετοχή
eröffnet
Παραδείγματα
Sie eröffnete ein Café in der Innenstadt. 

Άνοιξε ένα καφέ στο κέντρο της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store