Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eröffnen
01
ξεκινώ, ανοίγω
Etwas Neues beginnen oder zugänglich machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
eröffne
γ΄ ενικό πρόσωπο
eröffnet
ενεστώτα μετοχή
eröffnend
απλός αόριστος
eröffnete
παθητική μετοχή
eröffnet
Παραδείγματα
Sie eröffnete ein Café in der Innenstadt.
Άνοιξε ένα καφέ στο κέντρο της πόλης.



























