Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eröffnen
[past form: eröffnete]
01
ξεκινώ, ανοίγω
Etwas Neues beginnen oder zugänglich machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
eröffne
γ΄ ενικό πρόσωπο
eröffnet
ενεστώτα μετοχή
eröffnend
απλός αόριστος
eröffnete
παθητική μετοχή
eröffnet
Παραδείγματα
Die neue U-Bahn-Linie wird morgen eröffnet.
Η νέα γραμμή του μετρό θα ανοίξει αύριο.



























