erzeugen
erzeugen
ɛɐ̯tsɔɪ̯gng
etsoygng

Ορισμός και σημασία του "erzeugen"στα γερμανικά

erzeugen
01

παράγω, δημιουργώ

Etwas durch einen Prozess hervorbringen 
erzeugen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erzeuge
γ΄ ενικό πρόσωπο
erzeugt
ενεστώτα μετοχή
erzeugend
απλός αόριστος
erzeugte
παθητική μετοχή
erzeugt
Παραδείγματα
Dieses Kraftwerk erzeugt Strom aus Windenergie. 

Αυτός ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας παράγει ηλεκτρικό ρεύμα από την αιολική ενέργεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store