erzeugen
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈʦɔɪ̯ɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "erzeugen"στα γερμανικά

erzeugen
[past form: erzeugte]
01

παράγω, δημιουργώ

Etwas durch einen Prozess hervorbringen
erzeugen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erzeuge
γ΄ ενικό πρόσωπο
erzeugt
ενεστώτα μετοχή
erzeugend
απλός αόριστος
erzeugte
παθητική μετοχή
erzeugt
Παραδείγματα
Diese Methode erzeugt weniger Abfall.
Αυτή η μέθοδος παράγει λιγότερα απόβλητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store