Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erzeugen
[past form: erzeugte]
01
παράγω, δημιουργώ
Etwas durch einen Prozess hervorbringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erzeuge
γ΄ ενικό πρόσωπο
erzeugt
ενεστώτα μετοχή
erzeugend
απλός αόριστος
erzeugte
παθητική μετοχή
erzeugt
Παραδείγματα
Diese Methode erzeugt weniger Abfall.
Αυτή η μέθοδος παράγει λιγότερα απόβλητα.



























