Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erweisen
[past form: erwies]
01
αποδεικνύω, επιβεβαιώνω
Etwas durch Taten, Beweise oder Untersuchungen als wahr oder gültig bestätigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
weisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erweise
γ΄ ενικό πρόσωπο
erweist
ενεστώτα μετοχή
erweisend
απλός αόριστος
erwies
παθητική μετοχή
erwiesen
Παραδείγματα
Der Vertrag erweist sich als gültig.
Η σύμβαση αποδεικνύεται έγκυρη.
02
αποδεικνύομαι, αποκαλύπτομαι
Sich im Laufe der Zeit oder durch Erfahrung als etwas Bestimmtes herausstellen
Παραδείγματα
Die Lösung erwies sich komplizierter als gedacht.
Η λύση αποδείχθηκε πιο περίπλοκη από ό,τι αναμενόταν.



























