Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erweisen
01
αποδεικνύω, επιβεβαιώνω
Etwas durch Taten, Beweise oder Untersuchungen als wahr oder gültig bestätigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
weisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erweise
γ΄ ενικό πρόσωπο
erweist
ενεστώτα μετοχή
erweisend
απλός αόριστος
erwies
παθητική μετοχή
erwiesen
Παραδείγματα
Die DNA-Analyse erweist seine Unschuld.
Η ανάλυση DNA αποδεικνύει την αθωότητά του.
02
αποδεικνύομαι, αποκαλύπτομαι
Sich im Laufe der Zeit oder durch Erfahrung als etwas Bestimmtes herausstellen
Παραδείγματα
Das Experiment erweist sich als erfolgreich.
Το πείραμα αποδεικνύεται επιτυχές.



























