ergeben
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈɡeːbn̩/

Ορισμός και σημασία του "ergeben"στα γερμανικά

ergeben
01

παράγω, δίνω

Ein Resultat oder Ergebnis hervorbringen
ergeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ergebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
ergibt
ενεστώτα μετοχή
ergebend
απλός αόριστος
ergab
παθητική μετοχή
ergeben
Παραδείγματα
Diese Methode ergibt bessere Ergebnisse.
Αυτή η μέθοδος δίνει καλύτερα αποτελέσματα.
02

παραδίνομαι, υποκύπτω

Auf Widerstand verzichten und sich unterwerfen
ergeben definition and meaning
Παραδείγματα
Er ergab sich ohne Kampf.
Αυτός παραδόθηκε χωρίς μάχη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store