Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ergeben
01
παράγω, δίνω
Ein Resultat oder Ergebnis hervorbringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ergebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
ergibt
ενεστώτα μετοχή
ergebend
απλός αόριστος
ergab
παθητική μετοχή
ergeben
Παραδείγματα
Die Untersuchung ergab keine neuen Fakten.
Η έρευνα δεν απέδωσε νέα δεδομένα.
02
παραδίνομαι, υποκύπτω
Auf Widerstand verzichten und sich unterwerfen
Παραδείγματα
Die Soldaten ergaben sich dem Feind.
Οι στρατιώτες παραδόθηκαν στον εχθρό.



























