erfüllen
erfüllen
ɛɐfʏlɐn
efuln
erhellen

Ορισμός και σημασία του "erfüllen"στα γερμανικά

erfüllen
01

εκπληρώνω, ικανοποιώ

eine Bedingung, Voraussetzung, Erwartung oder Anforderung vollständig erfüllen oder erreichen 
erfüllen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
füllen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfülle
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfüllt
ενεστώτα μετοχή
erfüllend
απλός αόριστος
erfüllte
παθητική μετοχή
erfüllt
Παραδείγματα
Der Kandidat erfüllte alle Voraussetzungen. 

Ο Άγιος Βασίλης εκπληρώνει τις ευχές των παιδιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store