erfüllen
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈfʏlən/

Ορισμός και σημασία του "erfüllen"στα γερμανικά

erfüllen
01

εκπληρώνω, ικανοποιώ

Fulfilling Wishes
erfüllen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
füllen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfülle
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfüllt
ενεστώτα μετοχή
erfüllend
απλός αόριστος
erfüllte
παθητική μετοχή
erfüllt
Παραδείγματα
Sie hat sich endlich ihren Traum vom Medizinstudium erfüllt.
Επιτέλους πραγματοποίησε το όνειρό της να σπουδάσει ιατρική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store