Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erfüllen
01
εκπληρώνω, ικανοποιώ
Fulfilling Wishes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
füllen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfülle
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfüllt
ενεστώτα μετοχή
erfüllend
απλός αόριστος
erfüllte
παθητική μετοχή
erfüllt
Παραδείγματα
Sie hat sich endlich ihren Traum vom Medizinstudium erfüllt.
Επιτέλους πραγματοποίησε το όνειρό της να σπουδάσει ιατρική.



























