Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erfüllung
01
εκπλήρωση, πραγμάτωση
der Zustand, in dem etwas vollendet oder erreicht wird, besonders im Hinblick auf Wünsche, Erwartungen oder Ziele
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Erfüllung
Παραδείγματα
Ich finde Erfüllung im Lesen.
Βρίσκω την ικανοποίηση στην ανάγνωση.



























