Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erfüllung
[gender: feminine]
01
εκπλήρωση, πραγμάτωση
der Zustand, in dem etwas vollendet oder erreicht wird, besonders im Hinblick auf Wünsche, Erwartungen oder Ziele
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Erfüllung
Παραδείγματα
Die Erfüllung komplexer Projekte erfordert Geduld, Planung und Ausdauer.
Η εκπλήρωση πολύπλοκων έργων απαιτεί υπομονή, προγραμματισμό και επιμονή.



























