Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entzaubern
01
ξεγητεύω, καταστρέφω τις ψευδαισθήσεις
Eine magische Wirkung oder Illusion aufheben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
zaubern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entzaubere
γ΄ ενικό πρόσωπο
entzaubert
ενεστώτα μετοχή
entzaubernd
απλός αόριστος
entzauberte
παθητική μετοχή
entzaubert
Παραδείγματα
Das Buch beschreibt, wie man einen Liebeszauber entzaubert.
Το βιβλίο περιγράφει πώς να ξεμάγιασεις ένα ξόρκι αγάπης.



























