Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Entschädigung
01
αποζημίωση, αντιστάθμιση
Eine Geldsumme oder Leistung, die als Ausgleich für einen erlittenen Schaden oder Nachteil gezahlt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Entschädigungen
γενική πτώση
Entschädigung
Παραδείγματα
Die Firma zahlt eine Entschädigung für den Arbeitsunfall.
Η εταιρεία πληρώνει αποζημίωση για το ατύχημα εργασίας.
LanGeek



























