Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entschlossen
01
αποφασιστικός, σταθερός
Mit festem Willen und ohne Zweifel handeln
Παραδείγματα
Trotz der Schwierigkeiten bleibt sie entschlossen.
Παρά τις δυσκολίες, παραμένει αποφασισμένη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποφασιστικός, σταθερός