Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entschlüsseln
01
αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ
Etwas Geheimes oder Verschlüsseltes lesbar oder verständlich machen
Παραδείγματα
Wissenschaftler entschlüsseln die Geheimnisse der DNA.
Οι επιστήμονες αποκρυπτογραφούν τα μυστικά του DNA.
02
αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ
Verborgene Informationen oder Bedeutungen aufdecken
Παραδείγματα
Künstliche Intelligenz hilft, komplexe Muster zu entschlüsseln.
Η τεχνητή νοημοσύνη βοηθά στην αποκρυπτογράφηση πολύπλοκων προτύπων.


























