Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entschlüsseln
01
αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ
Etwas Geheimes oder Verschlüsseltes lesbar oder verständlich machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
schlüsseln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entschlüssele
γ΄ ενικό πρόσωπο
entschlüsselt
ενεστώτα μετοχή
entschlüsselnd
απλός αόριστος
entschlüsselte
παθητική μετοχή
entschlüsselt
Παραδείγματα
Die Agenten konnten die geheime Nachricht entschlüsseln.
Οι πράκτορες κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν το μυστικό μήνυμα.
02
αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ
Verborgene Informationen oder Bedeutungen aufdecken
Παραδείγματα
Der Historiker entschlüsselte die alte Schrift.
Ο ιστορικός αποκρυπτογράφησε την αρχαία γραφή.



























