entschlüsseln
ent
ɛnt
ent
schlü
ˈʃlʏ
shlu
sseln
səln
sēln

Ορισμός και σημασία του "entschlüsseln"στα γερμανικά

entschlüsseln
01

αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ

Etwas Geheimes oder Verschlüsseltes lesbar oder verständlich machen 
entschlüsseln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
schlüsseln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entschlüssele
γ΄ ενικό πρόσωπο
entschlüsselt
ενεστώτα μετοχή
entschlüsselnd
απλός αόριστος
entschlüsselte
παθητική μετοχή
entschlüsselt
Παραδείγματα
Die Agenten konnten die geheime Nachricht entschlüsseln. 

Οι πράκτορες κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν το μυστικό μήνυμα.

02

αποκρυπτογραφώ, αποκωδικοποιώ

Verborgene Informationen oder Bedeutungen aufdecken 
entschlüsseln definition and meaning
Παραδείγματα
Der Historiker entschlüsselte die alte Schrift. 

Ο ιστορικός αποκρυπτογράφησε την αρχαία γραφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store