Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Entsafter
[gender: masculine]
01
χυμός, συσκευή εξαγωγής χυμού
elektrisches Küchengerät zur Gewinnung von Saft aus Früchten, Gemüse oder Kräutern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Entsafters
πληθυντικός τύπος
Entsafter
Παραδείγματα
Frisch gepresster Saft aus dem Entsafter enthält viele Vitamine.
Ο φρέσκος χυμός από τον χυμόβημα περιέχει πολλές βιταμίνες.



























