der entsafter
entsafter
ɛntsaftɐ
entsaft

Ορισμός και σημασία του "entsafter"στα γερμανικά

01

χυμός, συσκευή εξαγωγής χυμού

elektrisches Küchengerät zur Gewinnung von Saft aus Früchten, Gemüse oder Kräutern 
der Entsafter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Entsafter
γενική πτώση
Entsafters
Παραδείγματα
Der Entsafter steht auf dem Tisch. 

Ο χυμός βρίσκεται στο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store