Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einrichten
01
διαμορφώνω, εγκαθιστώ
Etwas so vorbereiten oder ordnen, dass es benutzt oder genutzt werden kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
richten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
richte ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
richtet ein
ενεστώτα μετοχή
einrichtend
απλός αόριστος
richtete ein
παθητική μετοχή
eingerichtet
Παραδείγματα
Wir richten das neue Wohnzimmer ein.
Εμείς διατάσσουμε το νέο καθιστικό.
02
οργανώνω, διατάσσω
Etwas planen oder organisieren, damit es stattfinden kann
Παραδείγματα
Sie richten ein Treffen für morgen ein.
Αυτοί οργανώνουν μια συνάντηση για αύριο.
03
ιδρύω, συνιστώ
Etwas offiziell gründen oder eröffnen
Παραδείγματα
Die Stadt richtet ein neues Museum ein.
Η πόλη ιδρύει ένα νέο μουσείο.
04
προετοιμάζομαι, προσαρμόζομαι
Sich auf etwas vorbereiten oder einstellen
Παραδείγματα
Ich richte mich auf die Prüfung ein.
Προετοιμάζομαι για την εξέταση.



























