Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einreichen
01
υποβάλλω, καταθέτω
Etwas offiziell abgeben, z. B. Dokumente oder Anträge
Παραδείγματα
Wir haben die Unterlagen beim Amt eingereicht.
Υποβάλαμε τα έγγραφα στο γραφείο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
υποβάλλω, καταθέτω