Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einreichen
01
υποβάλλω, καταθέτω
Etwas offiziell abgeben, z. B. Dokumente oder Anträge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
reichen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reiche ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
reicht ein
ενεστώτα μετοχή
einreichend
απλός αόριστος
reichte ein
παθητική μετοχή
eingereicht
Παραδείγματα
Wir haben die Unterlagen beim Amt eingereicht.
Υποβάλαμε τα έγγραφα στο γραφείο.



























