einpacken
Pronunciation
/ˈaɪ̯nˌpakən/

Ορισμός και σημασία του "einpacken"στα γερμανικά

einpacken
01

συσκευάζω, τυλίγω

Gegenstände in Behältnisse legen oder in Material hüllen
einpacken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
packen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
packe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
packt ein
ενεστώτα μετοχή
einpackend
απλός αόριστος
packte ein
παθητική μετοχή
eingepackt
Παραδείγματα
Vergiss nicht, die Geschenke schön einzupacken!
Μην ξεχάσεις να τυλίξεις τα δώρα όμορφα!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store