Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Einnahmequelle
01
πηγή εισοδήματος, μέσο διαβίωσης
Eine Quelle oder ein Ursprung, aus dem man Geld oder Einnahmen erhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Einnahmequelle
πληθυντικός τύπος
Einnahmequellen
Παραδείγματα
Tourismus ist für viele Länder eine wichtige Einnahmequelle.
Ο τουρισμός είναι μια σημαντική πηγή εισοδήματος για πολλές χώρες.



























