die einnahmequelle
einnahmequelle
aɪ̯na:məkvɛlə
ainamēkvelē

Ορισμός και σημασία του "einnahmequelle"στα γερμανικά

Die Einnahmequelle
01

πηγή εισοδήματος, μέσο διαβίωσης

Eine Quelle oder ein Ursprung, aus dem man Geld oder Einnahmen erhält 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Einnahmequellen
γενική πτώση
Einnahmequelle
Παραδείγματα
Tourismus ist für viele Länder eine wichtige Einnahmequelle. 

Ο τουρισμός είναι μια σημαντική πηγή εισοδήματος για πολλές χώρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store