Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einleuchten
01
φαίνεται λογικό, γίνεται σαφές
Plötzlich verständlich oder logisch erscheinen
Παραδείγματα
Sein Argument leuchtete dem Richter ein.
Το επιχείρημά του έγινε κατανοητό στον δικαστή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φαίνεται λογικό, γίνεται σαφές