Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einleuchten
01
φαίνεται λογικό, γίνεται σαφές
Plötzlich verständlich oder logisch erscheinen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
leuchten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leuchte ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
leuchtet ein
ενεστώτα μετοχή
einleuchtend
απλός αόριστος
leuchtete ein
παθητική μετοχή
eingeleuchtet
Παραδείγματα
Sein Argument leuchtete dem Richter ein.
Το επιχείρημά του έγινε κατανοητό στον δικαστή.
Λεξικό Δέντρο
einleuchten
ein
leuchten



























