einleuchten
einleuchten
aɪ̯nlɔɪ̯çtən
ainloychtēn

Ορισμός και σημασία του "einleuchten"στα γερμανικά

einleuchten
01

φαίνεται λογικό, γίνεται σαφές

Plötzlich verständlich oder logisch erscheinen 
einleuchten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
leuchten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leuchte ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
leuchtet ein
ενεστώτα μετοχή
einleuchtend
απλός αόριστος
leuchtete ein
παθητική μετοχή
eingeleuchtet
Παραδείγματα
Es leuchtet mir ein, dass Rauchen ungesund ist. 

Μου φαίνεται λογικό ότι το κάπνισμα είναι ανθυγιεινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store