das Ei
Pronunciation
/aɪ̯/

Ορισμός και σημασία του "ei"στα γερμανικά

01

αυγό

Ein rundes Lebensmittel, meist von Hühnern, das gekocht oder gebraten wird
das Ei definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ei(e)s
πληθυντικός τύπος
Eier
Παραδείγματα
Für den Kuchen braucht man drei Eier.
Για το κέικ, χρειάζονται τρία αυγά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store