Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ehrlichkeit
[gender: feminine]
01
ειλικρίνεια, τιμιότητα
Das Wahrheitsgemäße und Aufrichtige sein
Παραδείγματα
Ehrlichkeit führt zu guten Beziehungen.
Η ειλικρίνεια οδηγεί σε καλές σχέσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ειλικρίνεια, τιμιότητα