Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ehrenamt
[gender: neuter]
01
εθελοντισμός, εθελοντική εργασία
Eine freiwillige, unbezahlte Tätigkeit für die Gemeinschaft oder eine Organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ehrenamt(e)s
πληθυντικός τύπος
Ehrenämter
Παραδείγματα
Im Ehrenamt kann man wertvolle Erfahrungen sammeln.
Στον εθελοντισμό, μπορεί κανείς να αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία.



























