Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ehrenamtlich
01
εθελοντικός, αμισθί
Eine Tätigkeit, die freiwillig und unentgeltlich ausgeübt wird
Παραδείγματα
Die Stelle wird ehrenamtlich besetzt.
Η θέση καλύπτεται εθελοντικά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εθελοντικός, αμισθί