das ehrenamt
ehrenamt
e:ʁənʔamt
erēnamt

Ορισμός και σημασία του "ehrenamt"στα γερμανικά

01

εθελοντισμός, εθελοντική εργασία

Eine freiwillige, unbezahlte Tätigkeit für die Gemeinschaft oder eine Organisation 
das Ehrenamt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ehrenämter
γενική πτώση
Ehrenamt(e)s
Παραδείγματα
Viele Menschen engagieren sich im Ehrenamt. 

Πολλοί άνθρωποι ασχολούνται με την εθελοντική εργασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store