Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Eierspeise
[gender: feminine]
01
πιάτο με αυγά, προετοιμασία με βάση τα αυγά
Ein Gericht, das hauptsächlich aus Eiern zubereitet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Eierspeise
πληθυντικός τύπος
Eierspeisen
Παραδείγματα
Welche Gewürze gehören in eine gute Eierspeise?
Ποια μπαχαρικά ανήκουν σε ένα καλό πιάτο με αυγά ?



























