Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eigenständig
01
αυτόνομος, ανεξάρτητος
Die Fähigkeit, ohne fremde Hilfe zu handeln oder zu existieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am eigenständigsten
συγκριτικός βαθμός
eigenständiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Mit 18 zog sie aus und wurde finanziell eigenständig.
Στα 18 της, μετακόμισε και έγινε οικονομικά ανεξάρτητη.



























