Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eigen
01
δικό μου, προσωπικός
Zu einer Person oder Sache gehörend
Παραδείγματα
Das Haus hat einen eigenen Garten.
Το σπίτι έχει δικό του κήπο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δικό μου, προσωπικός