eigen
eigen
aɪ̯gng
aigng
eineneinigeneileneignen

Ορισμός και σημασία του "eigen"στα γερμανικά

01

δικό μου, προσωπικός

Zu einer Person oder Sache gehörend 
eigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Besitz, Zugehörigkeit, Identität
Παραδείγματα
Das ist mein eigenes Auto. 

Αυτό είναι το δικό μου αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store