brüllen
Pronunciation
/ˈbʀʏlən/

Ορισμός και σημασία του "brüllen"στα γερμανικά

brüllen
[past form: brüllte]
01

φωνάζω, κραυγάζω

Laut schreien
brüllen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
brülle
γ΄ ενικό πρόσωπο
brüllt
ενεστώτα μετοχή
brüllend
απλός αόριστος
brüllte
παθητική μετοχή
gebrüllt
Παραδείγματα
Die Fans brüllten den Namen ihres Teams.
Οι οπαδοί φώναζαν το όνομα της ομάδας τους.
02

βρυχώμαι

Tiefes, lautes Tiergeräusch
brüllen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Tiger brüllte, als sich ein Fremder näherte.
Η τίγρη βρυχήθηκε όταν πλησίασε ένας ξένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store