Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brüllen
[past form: brüllte]
01
φωνάζω, κραυγάζω
Laut schreien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
brülle
γ΄ ενικό πρόσωπο
brüllt
ενεστώτα μετοχή
brüllend
απλός αόριστος
brüllte
παθητική μετοχή
gebrüllt
Παραδείγματα
Die Fans brüllten den Namen ihres Teams.
Οι οπαδοί φώναζαν το όνομα της ομάδας τους.
02
βρυχώμαι
Tiefes, lautes Tiergeräusch
Παραδείγματα
Der Tiger brüllte, als sich ein Fremder näherte.
Η τίγρη βρυχήθηκε όταν πλησίασε ένας ξένος.



























