das Brötchen
Pronunciation
/ˈbʁøːtçən/

Ορισμός και σημασία του "brötchen"στα γερμανικά

Das Brötchen
[gender: neuter]
01

μικρό ψωμί, ψωμάκι

Ein kleines, rundes oder längliches Brot, oft weich oder knusprig
das Brötchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Brötchens
πληθυντικός τύπος
Brötchen
Παραδείγματα
Kinder mögen Brötchen mit Schokolade.
Τα παιδιά τους αρέσουν τα ψωμάκια με σοκολάτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store