die Brücke
Pronunciation
/ˈbʀʏkə/

Ορισμός και σημασία του "brücke"στα γερμανικά

Die Brücke
[gender: feminine]
01

γέφυρα, οδογέφυρα

Ein Bauwerk, das über Wasser oder Straßen führt
die Brücke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Brücke
πληθυντικός τύπος
Brücken
Παραδείγματα
Das Auto fährt über die Brücke.
Το αυτοκίνητο οδηγεί πάνω από τη γέφυρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store