Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Brühe
[gender: feminine]
01
ζωμός, κονσόμε
Eine Flüssigkeit, die durch Kochen von Fleisch, Gemüse oder Knochen entsteht und als Basis für Suppen dient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
brühe
πληθυντικός τύπος
brühen
Παραδείγματα
In der Brühe schwimmen viele Gemüsestücke.
Ο ζωμός περιέχει πολλά κομμάτια λαχανικών που επιπλέουν.



























