Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
besiegen
[past form: besiegte]
01
νικώ, κατατροπώνω
Jemanden oder etwas im Kampf oder Wettbewerb zu schlagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besiege
γ΄ ενικό πρόσωπο
besiegt
ενεστώτα μετοχή
besiegend
απλός αόριστος
besiegte
παθητική μετοχή
besiegt
Παραδείγματα
Es ist schwer, einen starken Gegner zu besiegen.
Είναι δύσκολο να νικήσεις έναν ισχυρό αντίπαλο.



























