beraten
be
raten
ˈʁa:tn
ratn
berstenbraten

Ορισμός και σημασία του "beraten"στα γερμανικά

beraten
01

συμβουλεύω, κατευθύνω

Jemandem mit Rat helfen 
beraten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
raten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
berate
γ΄ ενικό πρόσωπο
berät
ενεστώτα μετοχή
beratend
απλός αόριστος
beriet
παθητική μετοχή
beraten
Παραδείγματα
Der Arzt berät den Patienten freundlich. 

Ο γιατρός συμβουλεύει τον ασθενή φιλικά.

02

συμβουλεύω, συμβουλεύομαι

Mit anderen über etwas sprechen, um eine Entscheidung zu treffen 
beraten definition and meaning
Παραδείγματα
Er berät sich mit ihnen und verspricht, ihnen zu helfen. 

Αυτός συμβουλεύεται μαζί τους και υπόσχεται να τους βοηθήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store