benötigen
benötigen
bənø:tɪgng
bēneutigng
betätigen

Ορισμός και σημασία του "benötigen"στα γερμανικά

benötigen
01

χρειάζομαι, απαιτώ

Etwas als notwendig haben oder brauchen 
benötigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nötigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benötige
γ΄ ενικό πρόσωπο
benötigt
ενεστώτα μετοχή
benötigend
απλός αόριστος
benötigte
παθητική μετοχή
benötigt
Παραδείγματα
Ich benötige Hilfe bei dieser Aufgabe. 

Χρειάζομαι βοήθεια με αυτήν την εργασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store