Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benötigen
01
χρειάζομαι, απαιτώ
Etwas als notwendig haben oder brauchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nötigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benötige
γ΄ ενικό πρόσωπο
benötigt
ενεστώτα μετοχή
benötigend
απλός αόριστος
benötigte
παθητική μετοχή
benötigt
Παραδείγματα
Er benötigt einen neuen Laptop für die Arbeit.
Αυτός χρειάζεται έναν νέο φορητό υπολογιστή για τη δουλειά.



























