benötigen
Pronunciation
/bəˈnøːtɪɡən/

Ορισμός και σημασία του "benötigen"στα γερμανικά

benötigen
01

χρειάζομαι, απαιτώ

Etwas als notwendig haben oder brauchen
benötigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
nötigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
benötige
γ΄ ενικό πρόσωπο
benötigt
ενεστώτα μετοχή
benötigend
απλός αόριστος
benötigte
παθητική μετοχή
benötigt
Παραδείγματα
Er benötigt einen neuen Laptop für die Arbeit.
Αυτός χρειάζεται έναν νέο φορητό υπολογιστή για τη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store