beraten
Pronunciation
/bəˈʁaːtən/

Ορισμός και σημασία του "beraten"στα γερμανικά

beraten
01

συμβουλεύω, κατευθύνω

Jemandem mit Rat helfen
beraten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
raten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
berate
γ΄ ενικό πρόσωπο
berät
ενεστώτα μετοχή
beratend
απλός αόριστος
beriet
παθητική μετοχή
beraten
Παραδείγματα
Die Firma lässt sich professionell beraten.
Η εταιρεία λαμβάνει επαγγελματική συμβουλή.
02

συμβουλεύω, συμβουλεύομαι

Mit anderen über etwas sprechen, um eine Entscheidung zu treffen
beraten definition and meaning
Παραδείγματα
Die Kommission hat sich lange beraten.
Η επιτροπή συμβουλεύτηκε για πολύ καιρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store