Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
berechtigt
01
εξουσιοδοτημένος, που έχει δικαίωμα
Das rechtliche Anrecht auf etwas haben
Παραδείγματα
Sie ist berechtigt, das Konto zu verwalten.
Είναι εξουσιοδοτημένη να διαχειρίζεται τον λογαριασμό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εξουσιοδοτημένος, που έχει δικαίωμα