berechtigt
Pronunciation
/bəˈʀɛçtɪçt/

Ορισμός και σημασία του "berechtigt"στα γερμανικά

berechtigt
01

εξουσιοδοτημένος, που έχει δικαίωμα

Das rechtliche Anrecht auf etwas haben
berechtigt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ist berechtigt, das Konto zu verwalten.
Είναι εξουσιοδοτημένη να διαχειρίζεται τον λογαριασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store