berechtigt
be
rech
ˈʁɛç
rech
tigt
tɪkt
tikt
berüchtigt

Ορισμός και σημασία του "berechtigt"στα γερμανικά

berechtigt
01

εξουσιοδοτημένος, που έχει δικαίωμα

Das rechtliche Anrecht auf etwas haben 
berechtigt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Recht, Anspruch
Παραδείγματα
Der berechtigte Eigentümer muss sich ausweisen. 

Ο εξουσιοδοτημένος ιδιοκτήτης πρέπει να προσκομίσει ταυτότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store