Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bereich
[gender: masculine]
01
τομέας, περιοχή
Ein bestimmter Teil oder Abschnitt von etwas
Παραδείγματα
Der Parkplatz befindet sich im hinteren Bereich.
Το πάρκινγκ βρίσκεται στην πίσω περιοχή.
02
πεδίο, τομέας
Ein Fachgebiet oder Zuständigkeitsgebiet
Παραδείγματα
Der Bereich Bildung ist sehr wichtig.
Ο τομέας της εκπαίδευσης είναι πολύ σημαντικός.


























